Γιατί το να ρωτήσεις το παιδί σου πώς πέρασε στο σχολείο έχει πολύ μεγαλύτερο νόημα από το να κυνηγάς την αριστεία...

Γεωργία Καρκάνη
Mon, 16/09/2024 - 16:18

Γιατί οι Έλληνες μαθητές σημείωσαν από τις χαμηλότερες επιδόσεις παγκοσμίως στο πιο πρόσφατο πρόγραμμα PISA – ειδικά στα Μαθηματικά, την Κατανόηση Κειμένου και τις Φυσικές Επιστήμες; Τι σημαίνει αυτό για το εκπαιδευτικό σύστημα και την κοινωνία μας και πώς μπορούμε ως γονείς να υποστηρίξουμε τα παιδιά μας; Στις ερωτήσεις μας απάντησε η Δρ Χρύσα Σοφιανοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεματικής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, εθνική συντονίστρια PISA.

Photo: syda_productions/Freepik

Κυρία Σοφιανοπούλου, πότε πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα το πρόγραμμα PISA από το οποίο προέκυψαν τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα στη διεθνή κατάταξη;

Το πρόγραμμα PISA πραγματοποιείται κάθε τρία χρόνια από το 2000. Η τελευταία φορά που έγινε ήταν το 2022 και πήραν μέρος περίπου 690.000 μαθητές από 81 χώρες. Από την Ελλάδα συμμετείχαν περίπου 6.500 μαθητές από 242 σχολεία (Γενικά Λύκεια, ΕΠΑΛ, δημόσια και ιδιωτικά). Η επόμενη φορά θα είναι το 2025, ενώ το 2024 θα πραγματοποιηθεί, όπως πάντα, η πιλοτική φάση σε 43 σχολεία.

Με ποια κριτήρια επιλέγονται τα ελληνικά σχολεία που συμμετέχουν;

Συμμετέχουν όλοι οι τύποι σχολείων από όλες τις περιοχές της χώρας. Δηλαδή, δεν υπάρχουν κριτήρια επιλογής ή απόρριψης κάποιου σχολείου. Εφαρμόζεται η απλή τυχαία δειγματοληψία σε αστικές, ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Έτσι όλα τα σχολεία της Ελλάδας έχουν την πιθανότητα κάθε φορά να επιλεγούν στο δείγμα.

Ποιοι παράγοντες φαίνεται να παίζουν ρόλο στις επιδόσεις των μαθητών στο PISA στις διαφοροποιήσεις τους εντός Ελλάδας;

Αν και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η μελέτη των δεδομένων του PISA 2022, κάποιοι βασικοί παράγοντες που αναδεικνύονται πάντα και φαίνεται να σχετίζονται με την επίδοση των μαθητών είναι το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, το κοινωνικό-πολιτισμικό-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας, η ανατροφοδότηση των εκπαιδευτικών. Επίσης, στο PISA 2022 είχαμε κάποια στοιχεία για τη χρήση των ψηφιακών συσκευών στην τάξη. Βρήκαμε λοιπόν ότι οι μαθητές που χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές (π.χ. tablets) κατά τη διάρκεια του μαθήματος, για εκπαιδευτικούς σκοπούς έως μία ώρα την ημέρα και όχι περισσότερο, φαίνεται να έχουν υψηλότερες επιδόσεις από εκείνους που δεν χρησιμοποιούν καθόλου. Το ίδιο εύρημα έχουμε και όταν χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγικούς σκοπούς έως μία ώρα την ημέρα και όχι περισσότερο. Παρατηρήσαμε, επιπλέον, ότι όταν τα σχολεία λειτουργούν και ως «εργαστήρια», όταν δηλαδή οι μαθητές κάνουν στο σχολείο τη δουλειά για το σπίτι σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές τους, έχουν υψηλότερες επιδόσεις και παράλληλα αυξάνεται η αίσθηση του ανήκειν στον σχολικό χώρο. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η συμβολή της ενεργού υποστήριξης που παρέχουν οι γονείς στα παιδιά τους. Σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ οι μαθητές που ανέφεραν ότι τρώνε συχνά ένα κύριο γεύμα με την οικογένειά τους, ότι τα μέλη της οικογένειάς τους αφιερώνουν χρόνο για συνομιλίες και ρωτούν για τη σχολική τους ημέρα, είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν καλύτερες επιδόσεις.

Στην πτώση των μαθητικών επιδόσεων διεθνώς στο PISA ποιον ρόλο φαίνεται να έπαιξαν η πανδημία και η τηλεκπαίδευση;

Στο PISA 2022 σχεδόν όλες οι χώρες παρουσίασαν πτώση στις επιδόσεις τους. Αυτό ήταν αναμενόμενο λόγω της πανδημίας και των σχολείων που παρέμειναν κλειστά από 6 μήνες έως 1,5 χρόνο. Χιλιάδες σχολεία σε όλον τον κόσμο λειτουργούσαν εξ αποστάσεως. Οι μαθητές έπρεπε να προσαρμοστούν γρήγορα σε νέες τεχνικές διδασκαλίας και μάθησης. Εκτός από την έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού, τις προκλήσεις της ψυχικής υγείας και το υψηλό ποσοστό απουσιών μαθητών, υπήρξαν και άλλα προβλήματα. Ο αντίκτυπος του κλεισίματος των σχολείων στους μαθητές είναι σύνθετος. Άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τη μάθηση κατά την περίοδο αυτή ήταν η ποιότητα της εξ αποστάσεως διδασκαλίας και ο βαθμός υποστήριξης που παρασχέθηκε σε μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Σύμφωνα με τα δεδομένα, οι περισσότεροι μαθητές σε χώρες του ΟΟΣΑ ανέφεραν ότι σπάνια αντιμετώπισαν τεχνικά προβλήματα μάθησης από απόσταση κατά το κλείσιμο των σχολείων. Ωστόσο, σχεδόν ένας στους δύο ανέφερε ότι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα δεν είχε κίνητρο να ασχοληθεί με τα σχολικά του καθήκοντα. Ένας στους τρεις, επίσης, δυσκολεύτηκε να κατανοήσει τις σχολικές εργασίες κατά την ίδια περίοδο.

Σε ποιους παράγοντες αποδίδεται η μεγαλύτερη πτώση στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών ειδικότερα και η διαχρονικά χαμηλή κατάταξή τους στο PISA;

Μία από τις παρανοήσεις στην ανάγνωση των αποτελεσμάτων του PISA είναι ότι συχνά δεν γνωρίζουν οι αναγνώστες τι ακριβώς αξιολογεί η έρευνα αυτή. Το PISA δεν είναι διαγωνισμός και σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με την αριστεία. Το PISA μετράει τις γνώσεις και δεξιότητες που έχουν αποκτήσει οι 15χρονοι μαθητές έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Η χαμηλή θέση λοιπόν της Ελλάδας εν μέρει δικαιολογείται από το γεγονός ότι στα σχολεία μας δεν διδάσκουμε αυτήν τη διάσταση. Οι μαθητές μας δεν γνωρίζουν, λόγου χάρη, πού και πώς αξιοποιείται ένας μαθηματικός τύπος που μαθαίνουν. Μπορεί να τον ξέρουν πολύ καλά και να αριστεύουν σε μαθηματικούς διαγωνισμούς, αλλά δεν γνωρίζουν το πώς αυτός ο τύπος θα τους φανεί χρήσιμος όταν θα χρειαστεί να λύσουν ένα καθημερινό πρόβλημα, σε ένα αυθεντικό πλαίσιο δηλαδή.

Ανεξάρτητα από τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στο PISA, ποιο θεωρείτε εσείς ότι είναι το σημαντικότερο έλλειμμα του δικού μας συστήματος εκπαίδευσης στην προετοιμασία των παιδιών για το μέλλον τους; Και τι μπορεί να κάνει ένας γονιός γι’ αυτό;

Εκτιμώ ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι πολύ απαιτητικό. Αυτό θέλουμε για τους μαθητές μας; Να βγάζουμε από την Γ’ Λυκείου, για παράδειγμα, μαθηματικούς και φυσικούς; Ή θέλουμε πολίτες του κόσμου με καλό θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά και με δεξιότητες για να ζουν και να προσφέρουν σε μια παγκόσμια κοινότητα, σε μια σύγχρονη κοινωνία με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον; Στο σημείο αυτό λοιπόν εντοπίζω τη μεγαλύτερη αδυναμία του συστήματος. Ένας γονιός, τώρα, καταρχάς θεωρώ ότι δεν πρέπει να κυνηγάει την αριστεία. Χρειάζεται να βλέπει το σχολείο ως έναν σημαντικό χώρο στον οποίο θα αναπτυχθούν οι μελλοντικοί πολίτες. Το σχολείο είναι η αυριανή κοινωνία και δημοκρατία και όχι ένα ατελείωτο φροντιστήριο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σε αυτόν τον ρόλο του λοιπόν πρέπει να επιμένει κάθε γονιός και αυτόν τον ρόλο να απαιτεί από τους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία να υπηρετούν.

Η Δρ Χρύσα Σοφιανοπούλου

 

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά τον Μάιο του 2024 στο 19ο τεύχος του BOOM που μπορείτε να διαβάσετε online πατώντας στο εξώφυλλο!