Η ειδικός ψυχικής υγείας Φρόσω Φωτεινάκη έγραψε ένα παραμύθι-πολύτιμο εργαλείο για τη διαχείριση του διαζυγίου

Γεωργία Καρκάνη
Fri, 28/01/2022 - 12:41

Μια καλή ιστορία κάνει πιο διαχειρίσιμα ακόμα και τα πιο ευαίσθητα και δύσκολα θέματα. Ιδιαίτερα όταν η δημιουργός της είναι και ειδικός ψυχικής υγείας. Αυτή είναι η περίπτωση της συμβουλευτικής ψυχολόγου-ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπεύτριας Φρόσως Φωτεινάκη, που υπογράφει το νέο παραμύθι «Και η αγάπη… σε ποιο σπίτι μένει;» (εκδ. Διόπτρα). Ήρωές του, δύο αδέρφια, ο Ιορδάνης και η Νεφέλη, που οι γονείς τους αποφασίζουν να πάρουν διαζύγιο.

Μιλώντας με παιδιά, εφήβους και ενήλικες ως θεραπεύτρια, η συγγραφέας ανακαλύπτει σταθερά πως η ηρεμία της ψυχής έρχεται «όταν βάζουμε σε λόγια την ιστορία μας». Παιδί χωρισμένων γονιών η ίδια, αποφάσισε να εφαρμόσει αυτό το μήνυμα χρησιμοποιώντας τη δική της ιστορία ως βάση για το πρώτο της παιδικό βιβλίο. Λειτουργεί ως εργαλείο για τις οικογένειες που βιώνουν την εμπειρία ενός διαζυγίου αλλά και για κάθε οικογένεια, καθώς καλλιεργεί την κοινωνική ευφυΐα των μικρών αναγνωστών του, τη θετική τους στάση προς τη διαφορετικότητα και την ικανότητα να εκφράζουν τα δύσκολα συναισθήματά τους στους γονείς τους και σε άλλους ενήλικες που εμπιστεύονται.

Ποιο ήταν το κίνητρό σας για να γράψετε ένα παραμύθι που μιλάει για το διαζύγιο;

«Η βαθιά ανάγκη μου να προσφέρω εργαλεία συναισθηματικής διαχείρισης σε γονείς και παιδιά για κάθε μικρό και μεγάλο αποχωρισμό που βιώνουμε. Η κλωστή της αγάπης, που αποτελεί το σύμβολο του βιβλίου, μας ενώνει με όσους αποχωριζόμαστε και προσφέρει στο παιδί ένα ασφαλές καταφύγιο για τον νου και την ψυχή. Ούσα η ίδια “παιδί χωρισμένων γονιών”, αλλά και μητέρα δύο παιδιών, είμαι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη στα θέματα γονεϊκότητας και στόχος μου είναι να προσφέρω στους γονείς εργαλεία σύνδεσης, επαφής, αυθεντικότητας».

Ποια μηνύματα θέλετε να περάσετε σε παιδιά και γονείς μέσα από το «Και η αγάπη… Σε ποιο σπίτι μένει;»;

«Το πιο ουσιαστικό μήνυμα, που γονείς και παιδιά θα κλείσουν στην ψυχή τους διαβάζοντας το παραμύθι μου, είναι αυτό της αυθεντικότητας, της σπουδαιότητας του να λέμε την αλήθεια μας, του να βάζουμε σε λέξεις όσα συμβαίνουν στην ψυχή μας. Η σύνδεση γονιού-παιδιού μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ειλικρινή έκφραση των συναισθημάτων τους. Στο παραμύθι μου διακινούνται, ακόμη, σημαντικά μηνύματα για το καταφύγιο της αδερφικής αγάπης, για τη λειτουργία της ενσυναίσθησης στις σχέσεις μας, για την κλωστή της αγάπης που δεν σπάει ποτέ, ενισχύοντας την ανθεκτικότητά μας στις αναπόφευκτες δυσκολίες της ζωής». 

Γιατί επιλέξατε να δώσετε τον συγκεκριμένο τίτλο; Τελικά, σε ποιο σπίτι μένει η αγάπη;

«Ο τίτλος του βιβλίου μου ζωγραφίστηκε στα μάτια μου πριν καν γράψω την ιστορία. Ως θεραπεύτρια παρατηρώ παιδιά και ενήλικες να αναζητούν πάντα την αγάπη και την ασφάλεια που μας προσφέρει. Όταν όμως στο οικογενειακό σπίτι υπάρχουν σημαντικές αλλαγές και ανακατατάξεις, όταν βιώνουμε ένα διαζύγιο ή ένα πένθος, μια μετακόμιση κάπου μακριά από τους φίλους και τους συγγενείς μας ή και συχνούς αποχωρισμούς από τον γονιό που μπορεί να ταξιδεύει συχνά, τότε η αγάπη πού μένει; Η αγάπη ζει μέσα μας, ζει στις καρδιές όσων αγαπούν και μας κρατά πάντα ενωμένους με τη φωτεινή της κλωστή, όσα σπίτια και αν αλλάζουμε, όσο μακριά και αν ζούμε!»

Σύμφωνα με το βιογραφικό σας, αυτό το βιβλίο «αποτελεί μια ιστορία που η ίδια εύχεστε να είχατε διαβάσει ως παιδί»: Τι άλλο θα ευχόσασταν να είχε γίνει διαφορετικά για να αντιμετωπίσετε ευκολότερα το διαζύγιο των δικών σας γονιών; Ποια είναι τα μεγαλύτερα βήματα προόδου που έχουμε κάνει από τότε;

«Θα ευχόμουν να υπήρχε περισσότερη ενθάρρυνση για συναισθηματική επικοινωνία, απελευθέρωση των συναισθημάτων, συζήτηση, σύνδεση, επαφή. Λιγότερη έμφαση στα διαδικαστικά, περισσότερη έμφαση στην ψυχή. Την εποχή που οι δικοί μου γονείς πήραν διαζύγιο δεν υπήρχε η ευαισθητοποίηση που υπάρχει σήμερα γύρω από θέματα γονεϊκότητας,  δεν υπήρχαν κατευθύνσεις περί συναισθηματικής διαχείρισης ενδοοικογενειακών προκλήσεων, δεν δινόταν προσοχή στο πώς νιώθεις μέσα στο οικογενειακό σύστημα, στο πώς μπορούν γονείς και παιδιά να βοηθηθούν ψυχοσυναισθηματικά. Σήμερα έχουν γίνει πολλά βήματα σε αυτό το επίπεδο, περισσότερη επίγνωση, εκπαίδευση, επιμόρφωση σε θέματα γονεϊκότητας, λιγότερο στίγμα για τη διαφορετική οικογένεια». 

«Προσπαθήσαμε να μείνουμε μαζί, για χάρη των παιδιών», είναι μια φράση που ακούμε να λένε κάποια ζευγάρια σε δυσλειτουργικές σχέσεις. Ποιο είναι όμως το κομβικό σημείο όπου ένα ζευγάρι συνειδητοποιεί ότι το καλύτερο για το ίδιο (και τα παιδιά) είναι να ακολουθήσει ξεχωριστούς δρόμους;

«Αρχικά να υπογραμμίσω κάτι που συχνά επεξηγώ και στη θεραπεία ζεύγους: προσπαθώ για τη σχέση μου δεν σημαίνει ανέχομαι και κάνω υπομονή. Προσπάθεια είναι η συνειδητή αλλαγή του ίδιου μας του εαυτού, τα βήματα προς το να μάθω να αγαπάω, να σχετίζομαι με σεβασμό και όρια, να συναντώ τον άλλο κάπου στη μέση, να ακούω, να συγχωρώ. Η αγάπη είναι μια ικανότητα που χτίζεται με κόπο. Όταν ωστόσο αισθανόμαστε πως μέσα στη σχέση μας αλλοιωνόμαστε, πως χάνουμε εμάς, την ακεραιότητά μας, την ψυχική μας ισορροπία, τότε οφείλουμε στον εαυτό και στα παιδιά μας να προχωρήσουμε μπροστά, μαθαίνοντάς τους ένα από τα σπουδαιότερα μαθήματα της ζωής: “Προσπαθούμε πολύ για όσα λαχταράμε, όμως φεύγουμε από εκεί όπου δεν χωράμε ολόκληροι κι ακέραιοι”».

Ποιες συνέπειες μπορεί να έχει σε ένα παιδί το διαζύγιο; Ποια σημάδια είναι σημαντικό να μας οδηγήσουν σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας;

«Οι επιπτώσεις ενός διαζυγίου στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και συμπεριφορά του παιδιού έχουν μελετηθεί πολύ, εστιάζοντας σε διαταραχές του συναισθήματος, αντιδραστική και επιθετική συμπεριφορά, ροπή προς επικίνδυνες συμπεριφορές και καταχρήσεις, μαθησιακές δυσκολίες, κοινωνική απομόνωση. Το παιδί μας επικοινωνεί μαζί μας λεκτικά ή έξω λεκτικά, μέσα από εκρήξεις συναισθημάτων που με τον καιρό δεν αμβλύνονται, μέσα από την αποξένωσή του από την οικογένεια, μέσα από την αποφυγή των σχολικών ευθυνών ή και μέσα από τη χαμηλή διάθεση για οτιδήποτε του έδινε χαρά. Οποιαδήποτε αλλαγή παρατηρούμε στη συμπεριφορά του, η οποία το δυσκολεύει και δεν φθίνει με τον καιρό, μας οδηγεί σε έναν ειδικό που θα μας φωτίσει το μονοπάτι διαχείρισης και υποστήριξης».

Ποιες συμβουλές θα δίνατε σε ένα ζευγάρι που βρίσκεται σε διαδικασία διαζυγίου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ομαλή και λιγότερο τραυματική για τα παιδιά;

«Η πιο σημαντική είναι να κοιτάξει ο καθένας μέσα του, να φροντίσει τον εαυτό του, να εκφράσει όσα αισθάνεται, να μεταβολίσει τον θυμό, τα παράπονα, την απογοήτευση, τη ματαίωση. Ένας γονιός ακέραιος ψυχικά προσφέρει ένα υγιές περιβάλλον στα παιδιά του. Αφού φροντίσει το μέσα του, μια ακόμη ενθάρρυνση είναι να μιλήσει στο παιδί του με κάθε ειλικρίνεια για όσα συμβαίνουν, για όσα βιώνει, για όσα μαζί θα μοιραστούν. Τα παιδιά που γνωρίζουν είναι περισσότερο οχυρωμένα και ανθεκτικά, φαντάζονται λιγότερα αποφεύγοντας αρνητικά σενάρια, και νιώθουν περισσότερο ασφαλή και ενδυναμωμένα».

Τους τελευταίους μήνες έχει ξεκινήσει ένας διάλογος για τη συνεπιμέλεια των παιδιών μετά το διαζύγιο με αφορμή τη σχετική νομοθεσία. Τι πιστεύετε, ως ειδικός, για τη συνεπιμέλεια; Θεωρείτε ότι υπερτερούν τα ψυχικά οφέλη ή οι κίνδυνοι;

«Η συνεπιμέλεια μπορεί να αποτελέσει ένα δώρο των γονιών στα παιδιά τους, με την προϋπόθεση πως οι δυο γονείς έχουν τη διάθεση και την ικανότητα να διαχειριστούν τον εαυτό και τη μεταξύ τους σχέση με αγάπη και σεβασμό,  να δουλέψουν σκληρά για να χτίσουν ένα κανάλι επικοινωνίας, να κρατήσουν τα παιδιά έξω από τις δικές τους δυσκολίες και διαφωνίες. Το παιδί δεν είναι εργαλείο επιβολής στα χέρια του γονιού. Το παιδί χρειάζεται γονείς ώριμους συναισθηματικά, διαθέσιμους, πρόθυμους να το ακούσουν και να το αφουγκραστούν, γονείς που προσπαθούν συνεχώς να εξελίσσονται και –το πιο σημαντικό– γονείς που σέβονται ο ένας τον άλλο γιατί... μην ξεχνάμε ότι το σπουδαιότερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στα παιδιά μας είναι να αγαπάμε και να σεβόμαστε τον άλλο τους γονιό». 

Προσπαθούμε πολύ για όσα λαχταράμε, όμως φεύγουμε από εκεί όπου δεν χωράμε ολόκληροι κι ακέραιοι”».

 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ και μπορείτε να το βρείτε εδώ.