«Το παιδί το αγαπάς όταν το ζεις, όχι όταν το γεννάς». Μια μαμά γράφει γράμμα στο παιδί που υιοθέτησε.

Boom Team
Mon, 03/10/2022 - 12:46

Αν έπρεπε να επιλέξουμε μια κορυφαία στιγμή μητρότητας τότε, με κλειστά μάτια, θα λέγαμε πως αυτή είναι η στιγμή που μια γυναίκα υιοθετεί ένα παιδί. Μια πράξη ιερή, μοναδική, ανεπανάληπτη. Υποκλινόμαστε σε αυτές τις μαμάδες και τους μπαμπάδες και αφήνουμε μια αληθινή ιστορία να μας μυήσει στη μαγεία της πράξης της υιοθεσίας.

Το παιδί το αγαπάς όταν το ζεις, όχι όταν το γεννάς.

«Αγόρι μου,

Έγινες ήδη τεσσάρων. Κι εγώ τριών. Σχεδόν 3 χρόνια μαμά και αναρωτιέμαι αν ποτέ θα μπορέσω να βάλω σε λόγια όλα τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τα όνειρα, τα βιώματα που έχω επειδή υπάρχεις. Επειδή μια γυναίκα αποφάσισε αφού σε γέννησε να σε αφήσει στο μαιευτήριο χωρίς καν να σε αγκαλιάσει, επειδή έζησες 6 ολόκληρους μήνες σε ένα δωμάτιο χωρίς να έχεις δει το φως του ήλιου και άλλους 8 μήνες σε ένα Ίδρυμα. Αν και εκεί  –που η αλήθεια είναι ότι σ’ αγάπησαν πολύ– δεν είχες δει ποτέ σου θάλασσα, δεν είχες βραχεί από το νερό της βροχής, δεν είχες κάνει χιλιάδες πράγματα που άλλα παιδιά έχουν ζήσει. Τρία χρόνια τώρα, μαζί με την κανονικότητα της ζωής μας, προσπαθώ να γεμίσω αυτά τα κενά. Μια δυο αγκαλιές παραπάνω κάθε μέρα, μια βόλτα μεγαλύτερη, όσο κουρασμένη κι αν είμαι, ένα χάδι ακόμα όταν κοιμάσαι.

Αν με ρωτήσεις τι φοβάμαι, θα σου πω «τίποτα». Αν με ρωτήσεις τι ελπίζω, θα σου απαντήσω: «Ελπίζω να σε μεγαλώσω με τέτοιον τρόπο που όταν κάποιος θα θέλει να σε πληγώσει χρησιμοποιώντας το γεγονός ότι δεν σε γέννησα, να μπορείς να απαντήσεις μόνος σου. Να έχεις τις απαντήσεις έτοιμες. Όχι αυτές που σου δίνω εγώ, τώρα που ήδη το γνωρίζεις, αλλά αυτές που θα συντάξει το δικό σου μυαλό, με σύμβουλο την αγάπη και την εμπιστοσύνη. Ελπίζω ότι δεν θα χρειαστεί να πληγωθείς άλλο. Ελπίζω να είμαι γερή για να είμαι εκεί για σένα, για να σε φροντίσω, να σε καμαρώσω και να σε βοηθήσω όταν χρειαστεί».

Πολλές φορές βουρκώνω που δεν θα μπορώ να σου απαντήσω όλα σου τα «γιατί» τη στιγμή που θα τα ρωτάς. Θα προσπαθήσω όσο μπορώ. Θα σου απαντάω σε ό,τι ρωτήσεις. Μία, δύο, δέκα, χίλιες φορές. Μέχρι να καταλάβεις ότι μόνο η αγάπη μετράει. Όλα τα άλλα απλά υπάρχουν για να έρθει η αγάπη να τα συναντήσει, να τα αγκαλιάσει, να τα μαλακώσει και να δώσει τις απαντήσεις.

Συχνά θυμάμαι τις πρώτες μας στιγμές, την πρώτη φορά που μας είδες. «Αυτή είναι η μαμά σου» σου είπε η Υπεύθυνη της βάρδιας. Γύρισες το κεφάλι σου να με δεις και αμέσως μετά συνέχισες ανέμελος το παιχνίδι σου. Σαν να μην ήταν αυτή η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή μας. Πλησιάσαμε μαζί με τον μπαμπά σου και προσπαθήσαμε να παίξουμε μαζί σου. Η υπεύθυνη σε ενθάρρυνε να κάτσεις μαζί μας, να παίξουμε. Μας έφερε ένα παιχνίδι με κρίκους και σου είπε να μας δείξεις πώς μπαίνουν με τη σειρά. Προσπαθούσα να σε παρατηρήσω. Ένα χαρούμενο πλάσμα, γεμάτο ενέργεια. Ένας μικρός άνθρωπος που δεν είχε ιδέα τι του συνέβαινε και ποιοι είμαστε. Ένα μωρό, ένα παιδάκι. Και γύρω μας άλλα παιδιά, άλλες ιστορίες. Κι ενώ όλα μάς διεκδικούσαν, εσύ ντρεπόσουν και μας αγνοούσες επιδεικτικά.

Βγήκαμε μαζί σου στο μπαλκόνι για λίγο. Τι σου αρέσει; Τι δεν σου αρέσει; Τι σου λείπει; Τι θα ήθελες; «Είμαστε εδώ», σου ψιθύρισα. Σαν να σου άρεσε ο ψίθυρος, σε ένα σπίτι με τόσα παιδιά, σε ένα σπίτι που είχε μονίμως πολλή φασαρία, φωνές, κλάματα, εντάσεις. Ήταν η δεύτερη φορά που με κοίταξες. Μετά έφυγες από κοντά μας, πάλι. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, βήμα βήμα. Μας έδωσαν το φαγητό σου για να σε ταΐσουμε. Έδειχνες τόσο μπερδεμένος, όσο και πεινασμένος. Έφαγες σιωπηλά, κοιτάζοντας λοξά την κοπέλα που συνήθως σε τάιζε. Είναι τόσο περίεργο, αλήθεια, να γνωρίζεις το παιδί σου.

Το παιδί το αγαπάς όταν το ζεις, όχι όταν το γεννάς.

Μέρα με τη μέρα έγινε το αναμενόμενο: άρχισες να μας αναγνωρίζεις! Όχι ως γονείς ακόμα, αλλά ως δύο πρόσωπα που ασχολούνται μαζί σου, σε φροντίζουν, σου προσφέρουν αποκλειστικότητα και σε πάνε βόλτα. Τα ονόματά μας: μαμά και μπαμπάς. 15 ημέρες αργότερα, ήρθες στο σπίτι σου. Εδώ, όπου ήταν πάντα το σπίτι σου, απλά δεν το γνώριζες. Και έμελλε να μη θυμάσαι κανένα άλλο, παρά μόνο αυτό.

Ένα απόγευμα, μόλις είχε συμπληρωθεί μία εβδομάδα που είχες έρθει στο σπίτι, βγήκαμε βόλτα και ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ενώ έως τότε ήθελες να περπατάς και να πιάνεις τα πάντα, εκείνο το απόγευμα καθόσουν ήσυχος στην αγκαλιά μου. Γυρίσαμε σπίτι και σου βάλαμε θερμόμετρο, έκαιγες από τον πυρετό. Η τρομάρα που πήραμε δεν λέγεται. Φαντάζομαι ότι όλοι οι γονείς το ίδιο παθαίνουν, αλλά εμείς δεν είχαμε καταλάβει ακόμα ότι είμαστε γονείς. Ξέραμε μόνο, όπως κι εσύ, ότι τα ονόματα μας είναι «Μπαμπάς» και «Μαμά». Ευτυχώς είχαμε ήδη βρει γιατρό και την είχαμε επισκεφθεί μόλις ήρθες. Της τηλεφώνησα όσο βρισκόμασταν σε πανικό. Μας καθησύχασε και μας καθοδήγησε.

Το βράδυ μας ήταν πάρα πολύ δύσκολο, ξύπνησες με περισσότερο πυρετό και έτρεμες, φυσικά έκλαιγες και εμείς κοιταζόμασταν με απορία. Τι μας συνέβη; Πίστευα ότι εκείνο το βράδυ δεν θα τελείωνε ποτέ. Ούτε θυμάμαι πόσες φορές σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιό σου. Το βράδυ όμως πέρασε και ήρθε το πρωί και συνήλθες, αλλά νομίζω ότι εμένα μου πήρε μία εβδομάδα να συνέλθω.

Μίλησα με φίλες μου μαμάδες, με καθησύχασαν και με προειδοποίησαν ότι τα παιδιά αρρωσταίνουν συχνά. Και κάπου εκεί κατάλαβα ότι η υιοθεσία είναι απλώς η διαδικασία. Όλα τα υπόλοιπα στη ζωή μιας μαμάς είναι τα ίδια. Ίδιες χαρές και αγωνίες, ίδιες λαχτάρες και γέλια. Γιατί το παιδί το αγαπάς όταν το ζεις, όχι όταν το γεννάς.

Με αγάπη,

Η μαμά σου»

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος του BOOM που μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο εδώ!