Ο γιος μου λατρεύει τους περισσότερους δασκάλους που έχει ή είχε στο παρελθόν, αντιμετωπίζοντάς τους σαν πατρικές/μητρικές φιγούρες και μέντορες. Όταν λοιπόν κάποτε τον ρώτησα πώς τού φάνηκε μία από τις νέες προσθήκες στο διδακτικό προσωπικό του σχολείου του, το τελευταίο που περίμενα να ακούσω ήταν έναν αρνητικό χαρακτηρισμό. Ευτυχώς, μετά από μια σειρά από διερευνητικές ερωτήσεις, συνειδητοποίησα ότι ο λόγος που τον είχε πάρει με «κακό μάτι» δεν είχε να κάνει με τη συμπεριφορά του απέναντι στους μαθητές, αλλά με το πιο απόμακρο στιλ του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Σε κάθε περίπτωση δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο για έναν γονιό να ακούει το παιδί του να σχολιάζει πως «η καινούρια μου δασκάλα είναι κακιά / χαζή / δεν με έχει πάρει με καλό μάτι (ο αρνητικός χαρακτηρισμός αλλάζει ανάλογα και με την ηλικία του παιδιού)». Ειδικά αν το παιδί πηγαίνει στο σχολείο με κλάματα ή, γενικώς, αρνείται να πάει. Πώς διαχειριζόμαστε έναν τέτοιο σενάριο; Μπορεί η πρώτη μας σκέψη να είναι να τρέξουμε στην τάξη, να αρπάξουμε τη δασκάλα ή τον δάσκαλο από το γιακά και να τον προειδοποιήσουμε να μην ξαναπειράξει το μικρό μας βλαστάρι, αλλά σίγουρα δεν είναι και η πιο λογική. Προτού αναλάβουμε δράση, είναι σημαντικό να έχουμε μια όσο το δυνατόν πιο σφαιρική εικόνα, και από το παιδί και, αν χρειαστεί, από τον εκπαιδευτικό.
1. Ακούμε το παιδί μας προσεκτικά, χωρίς να κρίνουμε ανοιχτά οποιαδήποτε συμπεριφορά του δασκάλου μάς περιγράψει. Ειδικά ένα πολύ μικρό παιδί ίσως να μην είναι σε θέση να αφηγηθεί, ακόμα και να κατανοήσει, τι ακριβώς έχει συμβεί. Μπορεί η πραγματικότητα να είναι αθώα, για παράδειγμα ένα πρωτάκι να δυσαρεστείται επειδή ο δάσκαλος του ζήτησε, απλώς, να ακολουθήσει τους κανόνες του σχολείου και να παραμείνει καθισμένο στο θρανίο του. Αποφεύγουμε τα βιαστικά συμπεράσματα. Κάνουμε περισσότερες ερωτήσεις στο παιδί, προσπαθώντας να μην αντιδράσουμε υπερβολικά, αλλά ούτε και να υποτιμήσουμε τα συναισθήματά του.
2. Ζητάμε από το παιδί να μας αφηγηθεί ξανά ό,τι συνέβη, εξηγώντας του ότι θα το γράψουμε «για να συζητήσουμε με το δάσκαλο γιατί νιώθεις έτσι», όπως συμβουλεύει η Jan Harp Domene, μητέρα τριών παιδιών και πρόεδρος του αμερικανικού Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων National Parent Teacher Association. Παρατηρούμε αν επαναλαμβάνει την ιστορία με τις ίδιες λεπτομέρειες. Έτσι δεν «ανακρίνουμε» το παιδί αλλά το αντιμετωπίζουμε σύμφωνα με την ηλικία του καθώς ειδικά τα μικρότερα τείνουν, για διάφορους λόγους, να επινοούν ιστορίες ή να ερμηνεύουν κάπως πιο «ελεύθερα» ένα γεγονός. Ποτέ δεν δείχνουμε, όμως, στο παιδί ότι το αμφισβητούμε – θέλουμε να νιώθει ότι το εμπιστευόμαστε.
Διαβάστε επίσης: Παιδί-Δάσκαλος-Γονιός: Ένα τρίγωνο που πρέπει να δουλέψει από την αρχή!
3. Κανονίζουμε μια συνάντηση με τον δάσκαλο, αν το κρίνουμε απαραίτητο. Για ένα μεγαλύτερο παιδί, για παράδειγμα έναν μαθητή γυμνασίου, μπορούμε να του δώσουμε, αρχικά, κάποιες συμβουλές ώστε να διαχειριστεί μόνο του τη συμπεριφορά ενός καθηγητή. Για ένα μικρότερο παιδί, φροντίζουμε το ραντεβού μας με τον εκπαιδευτικό να είναι εκτός σχολικού ωραρίου, για να έχουμε την ηρεμία και τη χρονική άνεση να μιλήσουμε. Δεν αντιμετωπίζουμε τον δάσκαλο σαν αντίπαλο αλλά ως σύμμαχο, περνώντας του το εξής μήνυμα, σύμφωνα με την καθηγήτρια Παιδαγωγικής Susan Etheredge: «Υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν κατανοώ πλήρως, αλλά ελπίζω να αντιμετωπίσουμε μαζί τις ανησυχίες του παιδιού μου». Αν, έστω κι έτσι, ο δάσκαλος υιοθετήσει αμυντική στάση, σπεύδουμε να του διευκρινίσουμε ότι δεν τον κατηγορούμε για κάτι.

4. Απευθυνόμαστε στον διευθυντή του σχολείου, αλλά μόνο εφόσον δεν βρούμε λύση με τον δάσκαλο. Το πιο αισιόδοξο σενάριο είναι, στη συνάντησή μας με το δάσκαλο, να έχουμε μια συνομιλία αρμονική και εποικοδομητική και για τις δύο πλευρές, που θα βοηθήσει εμάς να καταλάβουμε γιατί το παιδί μας νιώθει έτσι – και το δάσκαλο να αναζητήσει πιο αποτελεσματικούς τρόπους να συνεργαστεί με το παιδί μας στην τάξη.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις εκπαιδευτικών που, απλά, βρίσκονται στη λάθος θέση: που μπορεί να καταφεύγουν ακόμα και στη λεκτική ή τη σωματική βία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, και όποτε νιώσουμε ότι το πρόβλημα είναι πραγματικά σοβαρό και δεν λύνεται από την επικοινωνία μας με το δάσκαλο, δεν διστάζουμε να καταφύγουμε στο διευθυντή του σχολείου. Εκείνος ή εκείνη, με τη σειρά του, είτε θα το συζητήσει με το δάσκαλο είτε θα κανονίσει μια νέα συνάντηση και με τους τρεις.
Διαβάστε ακόμα: Στη δασκάλα του παιδιού μου: «Συγγνώμη για όσες φορές στάθηκα απέναντί σου. Φέτος θα λειτουργήσουμε σαν ομάδα»

5. Αλλάζουμε τάξη ή και σχολείο, αν τα παραπάνω αποτύχουν. Μια αλλαγή περιβάλλοντος μπορεί να αποτελεί μονόδρομο και μακροπρόθεσμα να αποδειχθεί η καλύτερη απόφαση για το παιδί μας, αν, για παράδειγμα, η συμπεριφορά του δασκάλου υπονομεύει τη σχολική απόδοση και την αυτοεκτίμησή του.
BOOM Note: Αναζητάμε διαρκώς την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία του παιδιού μας και την υπερβολική παρέμβαση στη ζωή του. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται απλώς για μια ασυμφωνία χαρακτήρων ανάμεσα στο παιδί και τον εκπαιδευτικό, προτιμάμε να του δώσουμε τα εργαλεία να διαχειριστεί μόνο του την κατάσταση. Άλλωστε κάποια στιγμή στη ζωή του, αναπόφευκτα, θα κληθεί να συνυπάρξει με ανθρώπους με τους οποίους δεν ταιριάζει.